| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.209.837 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ληστεύω |
0,01 sec. |
|
|
ληστεύω mug, rob يهاجم بقصد السرقة přepadnout a okrást overfalde überfallen atracar, Rob pahoinpidellä ja ryöstää joku agresser napad s pljačkom assalire 襲って強奪する 습격하다 beroven rane wykuć assaltar, Rob грабить råna ทำร้ายเพื่อชิงทรัพย์ saldırmak cướp 抢劫, 罗布 Роб 羅布 רוב
ρ μετβ ληστεύω [li'stevo] κλέβω piquer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|