Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.597.508 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ληστεύω με απειλή όπλου

0,02 sec.
ληστεύω με απειλή όπλου يٌعَطِل
ληστεύω με απειλή όπλου zvednout
ληστεύω με απειλή όπλου holde op
ληστεύω με απειλή όπλου hochhalten
ληστεύω με απειλή όπλου hold up
ληστεύω με απειλή όπλου mantener erguido
ληστεύω με απειλή όπλου pysäyttää
ληστεύω με απειλή όπλου freiner
ληστεύω με απειλή όπλου pridržavati
ληστεύω με απειλή όπλου durare
ληστεύω με απειλή όπλου 持ちこたえる
ληστεύω με απειλή όπλου 지연하다
ληστεύω με απειλή όπλου standhouden
ληστεύω με απειλή όπλου rekke opp
ληστεύω με απειλή όπλου podtrzymać
ληστεύω με απειλή όπλου demorar
ληστεύω με απειλή όπλου выставлять
ληστεύω με απειλή όπλου hålla upp
ληστεύω με απειλή όπλου ทำให้ชักช้า
ληστεύω με απειλή όπλου gecikmek
ληστεύω με απειλή όπλου trì hoãn
ληστεύω με απειλή όπλου 举起


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.