| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.094.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λιμός |
0,02 sec. |
|
λιμός глад, недостиг dearth, famine, scarcity, shortage, starvation hambre, hambruna nälänhätä famine רעב éhínség kekurangan hongersnood, schaarste fome, penúria голод açlık, kıtlık مجاعة hladomor hungersnød Hungersnot gladovanje carestia 飢饉 기근 hungersnød głód hungersnöd ความขาดแคลนอาหาร nạn đói 饥荒 ουσ α λιμός [li'mos] πολύ μεγάλη πείνα famine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|