| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.223.406 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
λιποθυμώ |
0,01 sec. |
|
|
λιποθυμώ faint s'évanouir, s’évanouir يُصَاب بإغماء omdlít besvime in Ohnmacht fallen desmayar se, desmayarse pyörtyä onesvijestiti se svenire 気絶する 기절하다 flauwvallen besvime zemdleć desmaiar, swoon падать в обморок svimma เป็นลม bayılmak ngất 昏倒 припадам
ρ αμετβ λιποθυμώ [lipoθi'mo] χάνω τις αισθήσεις μου s'évanouir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|