Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.573.464 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λογαριάζω

0,02 sec.
λογαριάζω rechnen, meinen calculate, believe, reckon يُصَفِي حساباً myslet (si) regne med opinar olla jotain mieltä penser misliti calcolare 判断する 간주하다 rekenen synes przypuścić pensar считать räkna ut คิดว่า พิจารณาว่า ถือว่า düşünmek nghĩ là 猜想
ρ μετβ λογαριάζω [loɣar'jazo]
1 κάνω υπολογισμούς, μετράω calculercompter
λογαριάζω τα έξοδα calculer les frais
λογαριάζω τις μέρες compter les jours
2 παίρνω υπόψη μου prendre en compte/en considération
Δε με λογαριάζεις. Tu ne me prends pas en considération.
λογαριάζω τη γνώμη κάποιου prendre en compte l'avis de qqn
3 σχεδιάζω avoir l'intention
Λογαριάζουμε να παντρευτούμε. Nous avons l'intention de nous marier.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.