| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.573.464 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λογαριάζω |
0,02 sec. |
|
λογαριάζω rechnen, meinen calculate, believe, reckon يُصَفِي حساباً myslet (si) regne med opinar olla jotain mieltä penser misliti calcolare 判断する 간주하다 rekenen synes przypuścić pensar считать räkna ut คิดว่า พิจารณาว่า ถือว่า düşünmek nghĩ là 猜想 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|