| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.379.355 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λογική |
0,03 sec. |
|
λογική logic, reason, sanity logique ουσ θ λογική [loʝi'ci] 1 σωστός τρόπος σκέψης bon sens δρω σύμφωνα με τη λογική agir selon le bon sens 2 νόημα, συνάφεια logique καταλαβαίνω τημπαίνω στη λογική κάποιου comprendre la logique de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|