Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.169.413 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λογοδοτώ

0,02 sec.
λογοδοτώ answer, account for
λογοδοτώ يُبَرِر
λογοδοτώ odpovídat za
λογοδοτώ redegøre for
λογοδοτώ erklären
λογοδοτώ dar cuenta de
λογοδοτώ selittää
λογοδοτώ expliquer
λογοδοτώ razjasniti
λογοδοτώ rendere conto di
λογοδοτώ ・・・の説明がつく
λογοδοτώ 설명하다
λογοδοτώ verklaren
λογοδοτώ svare for
λογοδοτώ wyjaśnić
λογοδοτώ prestar contas
λογοδοτώ давать отчет
λογοδοτώ svara för
λογοδοτώ ให้เหตุผลสำหรับ
λογοδοτώ hesap vermek
λογοδοτώ giải thích
λογοδοτώ 解释


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.