| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.872.410 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λογοφέρνω |
0,02 sec. |
|
λογοφέρνω يَتَخاصم λογοφέρνω hádat (se) λογοφέρνω småskændes λογοφέρνω zanken (sich) λογοφέρνω squabble λογοφέρνω pelearse λογοφέρνω kinastella λογοφέρνω se chamailler λογοφέρνω prepirati se λογοφέρνω bisticciare λογοφέρνω つまらないことで口論する λογοφέρνω 쓸데없는 말다툼을 하다 λογοφέρνω kibbelpartij λογοφέρνω småkrangel λογοφέρνω posprzeczać się λογοφέρνω discutir λογοφέρνω пререкаться из-за пустяков λογοφέρνω käbbla λογοφέρνω การทะเลาะกัน λογοφέρνω ağız dalaşı λογοφέρνω cãi vặt λογοφέρνω 争论 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|