| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.249.010 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λοξοδρομώ |
0,06 sec. |
|
λοξοδρομώ ينحرف λοξοδρομώ prudce (se) vyhnout λοξοδρομώ svinge λοξοδρομώ ausweichen λοξοδρομώ virar bruscamente λοξοδρομώ kaartaa λοξοδρομώ faire une embardée λοξοδρομώ krivudati λοξοδρομώ sbandare λοξοδρομώ 急にそれる λοξοδρομώ 빗나가다 λοξοδρομώ zwerven λοξοδρομώ skrense λοξοδρομώ zboczyć λοξοδρομώ desviar λοξοδρομώ отклоняться λοξοδρομώ svänga åt sidan λοξοδρομώ หักเลี้ยว λοξοδρομώ direksiyonu kırmak λοξοδρομώ đi chệch λοξοδρομώ 突然转向 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|