| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.402.967 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λοξός |
0,03 sec. |
|
λοξός potrhlý, rapl, šikmý, kosý exzentrisch, schräg, überspannt aslant, crankpot, crooked, kinky, oblique, quirky, výstředník, weirdo, awry chiflado, disipado, excéntrico, oblicuo, sesgado biaisé, excentrique, oblique косой, чокнутый επίθ λοξός, λοξή, λοξό [lo'ksos, lo'ksi, lo'kso] επίρρ λοξά [lo'ksa] στραβά, πλάγια de traversde biais Βάζω λοξά το καπέλο μου. Je mets mon chapeau de travers. Με κοιτάει λοξά. Il me regarde de travers. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|