| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.237.457 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
λουκέτο |
0,02 sec. |
|
|
λουκέτο padlock cadenas قفل visací zámek indhegning Vorhängeschloss candado munalukko lokot lucchetto 南京錠 맹꽁이 자물쇠 hangslot hengelås kłódka cadeado висячий замок hänglås กุญแจแบบคล้องสายยู asma kilit cái khoá móc 挂锁 מנעול
ουσ ουδ λουκέτο [lu'ceto] κινητή κλειδαριά cadenas Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|