| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.173.892 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λουφάρω |
0,02 sec. |
|
λουφάρω (يشرِّح بكشط (بكشط جلد الحيوان λουφάρω ulít (se) z práce λουφάρω pjække λουφάρω drücken (sich) λουφάρω avoid work, skive λουφάρω faltar a clase, gandulear λουφάρω lintsata λουφάρω tirer au flanc λουφάρω zabušavati λουφάρω oziare λουφάρω 仕事をサボる λουφάρω 의무를 저버리다 λουφάρω drukken (zich) λουφάρω splitte λουφάρω lenić się λουφάρω evitar trabalhar λουφάρω увиливать λουφάρω skolka λουφάρω หนีงาน λουφάρω kaytarmak λουφάρω trốn tránh trách nhiệm λουφάρω 割成薄片 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|