| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.034.094 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λυπηρός |
0,01 sec. |
|
λυπηρός triste επίθ α / θ / ουδ λυπηρός, λυπηρή, λυπηρό [lipi'ros, lipi'ri, lipi'ro] θλιβερός tristeattristant/-ante Τα νέα είναι λυπηρά. Les nouvelles sont tristes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|