| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.705.920 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λόγος |
0,02 sec. |
|
λόγος account, ratio, reason, speech, word, cause, language cause, discours, engagement, parole, promesse, propos, rapport Mythologie, Verhältnis palabra, proporción woord, verhouding نسبة koeficient forhold suhde omjer rapporto 比率 비율 forhold stosunek proporção соотношение förhållande อัตราส่วน oran tỷ lệ 比率 ουσ α λόγος ['loɣos] 5 υπόσχεση parole δίνω το λόγο μου donner sa parole 6 αιτία, σκοπός raison κάνω λόγο για κτ αναφέρομαι parler δίνω λόγο σε κπ κάνω αναφορά σε κπ rendre compte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|