| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.467.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λύνω |
0,02 sec. |
|
λύνω break, dismantle, loosen, release, solve, untie, resolve desserrer, résoudre يَِحِل مشكلة vyřešit løse lösen resolver ratkaista riješiti risolvere 解決する 해결하다 oplossen løse rozwiązać resolver разрешить lösa แก้ปัญหา çözmek giải 解决 ρ μετβ λύνω ['lino] 3 ανοίγω se crevasserse gercer ρ μεσοπαθ λύνομαι ['linome] se détacherse dénouer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|