Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.467.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λύνω

0,02 sec.
λύνω break, dismantle, loosen, release, solve, untie, resolve desserrer, résoudre يَِحِل مشكلة vyřešit løse lösen resolver ratkaista riješiti risolvere 解決する 해결하다 oplossen løse rozwiązać resolver разрешить lösa แก้ปัญหา çözmek giải 解决
ρ μετβ λύνω ['lino]
1 ξεμπλέκω démêler
λύνω κόμπο détacher un nœud
λύνω τη γραβάτα μου dénouer sa cravate
2 αφήνω ελεύθερο détacherlaisser libre
λύνω το σκύλο détacher le chien
λύνω τα μαλλιά μου laisser ses cheveux libres
3 ανοίγω se crevasserse gercer
λύνω τη ζώνη μου détacher sa ceinture
4 βρίσκω τη λύση trouver la solution
λύνω ένα μυστήριο élucider un mystère
λύνω ένα πρόβλημα résoudre un problème
5 ακυρώνω annuler
λύνω μια συμφωνία rompre un accord
ρ μεσοπαθ λύνομαι ['linome] se détacherse dénouer


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.