Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.160.271 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μάρτυρας

0,04 sec.
μάρτυρας martyr, witness martyr, martyre, témoin شاهد, شهيد mučedník, svědek martyr, vidne Märtyrer, Zeuge mártir, testigo marttyyri, todistaja mučenik, svjedok martire, testimone 殉教者, 目撃者 순교자, 증인 getuige, martelaar martyr, vitne męczennik, świadek mártir, testemunha мученик, свидетель martyr, vittne ผู้ยอมเสียสละชีวิตเพื่อศาสนาหรือความเชื่อของตน, พยาน şehit, tanık người tử vì đạo, nhân chứng 烈士, 证人
ουσ α/θ μάρτυρας ['martiras]
1 που έχει παρακολουθήσει κπ συμβάν témoin
αυτόπτης μάρτυρας un témoin oculaire
2 που έχει βασανιστεί για κτ που πιστεύει martyr; martyre
οι μάρτυρες της Εκκλησίας les martyrs de l'Église


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.