| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.680.183 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μάταιος |
0,02 sec. |
|
μάταιος vain, pointless بلا مغزى, تافه domýšlivý, zbytečný frugtesløs, meningsløs eitel, zwecklos sin sentido, vanidoso turha, turhamainen inutile, vaniteux bespredmetan, tašt inutile, vano うぬぼれの強い, 無意味な 무의미한, 허영심이 강한 verwaand, zinloos forfengelig, meningsløs próżny, tępy inútil, vaidoso бессмысленный, самодовольный fåfäng, meningslös ไร้จุดหมาย, หยิ่งแบบถือตัว anlamsız, kendini beğenmiş kiêu ngạo, vô nghĩa 徒然的, 无意义的 επίθ μάταιος, μάταιη, μάταιο [£££'mateos, £££'matei, £££'mateo] 1 ανώφελος vain, vaineinutile Eίναι μάταιος κόπος. C'est peine perdue. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|