Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.903.204 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μάταιος

0,03 sec.
μάταιος vain, pointless بلا مغزى, تافه domýšlivý, zbytečný frugtesløs, meningsløs eitel, zwecklos sin sentido, vanidoso turha, turhamainen inutile, vaniteux bespredmetan, tašt inutile, vano うぬぼれの強い, 無意味な 무의미한, 허영심이 강한 verwaand, zinloos forfengelig, meningsløs próżny, tępy inútil, vaidoso бессмысленный, самодовольный fåfäng, meningslös ไร้จุดหมาย, หยิ่งแบบถือตัว anlamsız, kendini beğenmiş kiêu ngạo, vô nghĩa 徒然的, 无意义的
επίθ μάταιος, μάταιη, μάταιο [£££'mateos, £££'matei, £££'mateo]
1 ανώφελος vain, vaineinutile
Eίναι μάταιος κόπος. C'est peine perdue.
2 χωρίς ουσία vain
μάταιος κόσμος un monde vain
επίρρ μάταια ['matea] ανώφελα vainementen vain
προσπαθώ μάταια essayer vainement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.