| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.926.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μάτι |
0,09 sec. |
|
μάτι oog око ull oko øje Auge bud, burner, eye, ring ojo silmä œil עין oko szem mata auga occhio 目 눈 oculus akis കണ്ണ് kijker, oog oko olho ochi глаз, око oko öga göz око آنکھ 眼睛 عين øye ตา mắt ουσ ουδ μάτι ['mati] 1 καθένα από τα όργανα όρασης œil κλείνω τα μάτια μου fermer les yeux 2 η πλάκα της ηλεκτρικής κουζίνας plaque électrique ανάβωσβήνω το μάτι allumer/éteindre la plaque électrique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|