Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.722.926.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μάτι

0,09 sec.
μάτι oog око ull oko øje Auge bud, burner, eye, ring ojo silmä œil עין oko szem mata auga occhio oculus akis കണ്ണ് kijker, oog oko olho ochi глаз, око oko öga göz око آنکھ 眼睛 عين øye ตา mắt
ουσ ουδ μάτι ['mati]
1 καθένα από τα όργανα όρασης œil
κλείνω τα μάτια μου fermer les yeux
καστανά μάτια des yeux bruns
βουρκωμένα μάτια des yeux pleins de larmes
2 η πλάκα της ηλεκτρικής κουζίνας plaque électrique
ανάβωσβήνω το μάτι allumer/éteindre la plaque électrique
δεν πιστεύω στα μάτια μου
εκφράζει έκπληξη ne pas en croire ses yeux
βλέπω κτ με άλλα μάτια
βλέπω κτ διαφορετικά voir avec un regard neuf


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.