| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.429.047 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μένω |
0,02 sec. |
|
μένω rester vivir, quedarse live, stay يُقْيم pobýt forblive bleiben jäädä ostati restare とどまる 머무르다 blijven forbli zostać ficar останавливаться stanna พักอยู่ kalmak ở lại 逗留 ρ αμετβ μένω ['meno] 1 κατοικώ habiter Μένω στο εξωτερικό. J'habite à l'étranger. 3 κάθομαι rester Μείνε λίγο ακόμα. Reste encore un peu. 5 βρίσκομαι χωρίς κτ αναγκαίο tomber en panne μένω από βενζίνηλεφτά tomber en panne d'essence/d'argent μένω πίσω καθυστερώ s'attarder Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|