Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.747.953 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μένω

0,02 sec.
μένω rester vivir, quedarse live, stay يُقْيم pobýt forblive bleiben jäädä ostati restare とどまる 머무르다 blijven forbli zostać ficar останавливаться stanna พักอยู่ kalmak ở lại 逗留
ρ αμετβ μένω ['meno]
1 κατοικώ habiter
Μένω στο εξωτερικό. J'habite à l'étranger.
2 διανυκτερεύω loger
Μείναμε σε ξενοδοχείο. Nous avons logé dans un hôtel.
3 κάθομαι rester
Μείνε λίγο ακόμα. Reste encore un peu.
4 δεν περνάω εξετάσεις doubler
μένω στην ίδια τάξη rater son année scolairedoubler sa classe
5 βρίσκομαι χωρίς κτ αναγκαίο tomber en panne
μένω από βενζίνηλεφτά tomber en panne d'essence/d'argent
μένω πίσω
καθυστερώ s'attarder


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.