| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.358.052 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άπρακτος |
0,03 sec. |
|
άπρακτος επίθ α / θ / ουδ άπρακτος, άπρακτη, άπρακτο ['apraktos, 'aprakti, 'aprakto] χωρίς αποτέλεσμα bredouille γυρίζω άπρακτος rentrer bredouille μένω άπρακτος αδρανώ rester inactif/sans rien faire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|