Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.271.229 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μέρα

0,02 sec.
μέρα ден den dag Tag day día päev روز päivä jour nap dagur giorno dies dienà diena dag dag dzień dia zi день deň dan dag gün день วัน
θ ουσ μέρα, §§§§ημέρα ['mera, §§§§i'mera]
1 οι ώρες με τις καθημερινές δραστηριότητες jour; journée
μια μέρα un jour
Τι ωραία μέρα! Quelle belle journée !
2 από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου jourjournée
Είναι μέρα ακόμη. Il fait encore jour.
μέσ' τη μέρα en pleine journée
3 η μία από τις επτά υποδιαιρέσεις της εβδομάδας jour
Τι μέρα είναι σήμερα; Quel jour sommes-nous aujourd'hui ?£££
μέρα παρά μέρα
κάθε σαρανταοκτώ ώρες un jour sur deux
κάθε μέρα
όλες τις μέρες tous les jours


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.