Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.171.926 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μέρος

0,01 sec.
μέρος part, party, place, compartment, loo, spot endroit, lieu, partie, place місце, частина
ουσ ουδ μέρος ['meros]
1 κομμάτι, τμήμα partie
το πρώτο μέρος la première partie
2 μερίδιο part
κόβω κτ σε ίσα μέρη £££couper qch en parts égales
3 τουαλέτα petit coin; WC
Πρέπει να πάω στο μέρος. Je dois aller au petit coin.
4 περιοχή, τόπος endroit
μακρινό μέρος un endroit lointain
Από ποιο μέρος είσαι; D'où viens-tu ?
5 μεριά côté; aile
το δυτικό μέρος σπιτιού le côté ouest de la maison
6 χώρος, θέση endroit
Σε ποιο μέρος να το βάλω; le poser ?£££
παίρνω μέρος
συμμετέχω prendre partparticiper
παίρνω το μέρος κάποιου
υποστηρίζω κπ se mettre du côté de qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.