| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.298.104 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μέσα |
0,02 sec. |
|
μέσα in, drinnen during, in, inside, into, within en, dentro داخلاً, في v, vevnitř i, indenfor sisäpuolella à l’intérieur, dans u, unutra dentro, in ・・・の中に, 内側に ...의 안에, 내부에 binnen, in i, inni w, wewnątrz dentro, em в, внутри i, inuti ใน, ภายใน içeride, içinde bên trong, ở trong 在...里, 在内部 επίρρ μέσα ['mesa] 1 στο εσωτερικό dans 2 στο σπίτι à l'intérieurà la maison Θα μείνω μέσα απόψε. Je resterai à la maison ce soir. 3 ανάμεσα από, ανοίγοντας δίοδο à travers Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|