Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.984.331 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μέση

0,01 sec.
μέση middle, waist, mean taille, milieu خَصر, وَسَطْ pas, prostřední midte, talje Mitte, Taille cintura, medio keskikohta, vyötärö sredina, struk mezzo, vita ウエスト, 中央 중간, 허리 midden, taille midje, midt środek, talia centro, cintura середина, талия midja, mitt เอว, จุดกลาง bel, orta chỗ giữa, eo 中间, 腰部
ουσ θ μέση ['mesi]
1 το μέσο, το κέντρο milieu
στη μέση του δρόμου au milieu de la rue
2 το σημείο ανάμεσα στους γοφούς και στα πλευρά taille
λεπτή μέση une taille fine
3 πλάτη dos
Με πονάει η μέση μου. J'ai mal au dos.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.