| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.113.894 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μέσος |
0,04 sec. |
|
μέσος average, middle, middle finger, mean, medium majeur, moyen معتدل, معدل متوسط průměrný, střední gennemsnitlig, medium durchschnittlich, mittelmäßig mediano, medio keski-, keskimääräinen prosječan, u sredini medio 中くらいの, 平均の 중간의, 평균의 gemiddeld gjennomsnittlig, mellom- przeciętny, średni médio средний genomsnittlig, medel โดยเฉลี่ย, ซึ่งอยู่ระหว่างกลาง ılımlı, ortalama trung bình, trung dung 中间的, 平均的 επίθ α / θ / ουδ μέσος, μέση, μέσο ['mesos, 'mesi, 'meso] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|