Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.113.894 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μέσος

0,04 sec.
μέσος average, middle, middle finger, mean, medium majeur, moyen معتدل, معدل متوسط průměrný, střední gennemsnitlig, medium durchschnittlich, mittelmäßig mediano, medio keski-, keskimääräinen prosječan, u sredini medio 中くらいの, 平均の 중간의, 평균의 gemiddeld gjennomsnittlig, mellom- przeciętny, średni médio средний genomsnittlig, medel โดยเฉลี่ย, ซึ่งอยู่ระหว่างกลาง ılımlı, ortalama trung bình, trung dung 中间的, 平均的
επίθ α / θ / ουδ μέσος, μέση, μέσο ['mesos, 'mesi, 'meso]
1 μεσαίος, μέτριος moyen/-enne
μέσο μέγεθος une taille moyenne
μέσο επίπεδο un niveau moyen
2 κοινός ordinaire
μέσος πολίτης le citoyen moyen
ο μέσος όρος
που αφορά τους περισσότερους la moyenne
υψηλός μέσος όρος ηλικίας une moyenne d'âge élevée


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.