| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.245.114 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μέτοχος |
0,02 sec. |
|
μέτοχος actionnaire μέτοχος shareholder, stockholder μέτοχος akcionář μέτοχος aktionær μέτοχος Aktionär μέτοχος accionista μέτοχος osakas, osakkeenomistaja μέτοχος dioničar, vlasnik burzovnih papira μέτοχος azionista μέτοχος 株主 μέτοχος 주주 μέτοχος aandeelhouder μέτοχος aksjonær μέτοχος akcjonariusz, udziałowiec μέτοχος accionista, acionista μέτοχος акционер μέτοχος aktieägare μέτοχος ผู้ถือหุ้น μέτοχος hisse sahibi, hissedar μέτοχος cổ đông Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|