| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.430.276 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μέτριος |
0,02 sec. |
|
μέτριος mediocre, medium, moderate, passable moyen, médiocre επίθ α / θ / ουδ μέτριος, μέτρια, μέτριο ['metrios, 'metria, 'metrio] 2 με σχετικά μικρή αξία médiocremoyen μέτριο αποτέλεσμα médiocrité επίρρ μέτρια ['metria] όχι πολύ καλά moyennement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|