Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.333.139 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μέτρο

0,01 sec.
μέτρο measure, metre, meter mesure, mètre medida, metro Meter متر metr meter metro metri metar metro メートル 미터 meter meter metr метр meter เมตร metre mét
ουσ ουδ μέτρο ['metro]
1 μονάδα μέτρησης μήκους mètre
μήκους δύο μέτρων d'une longueur de deux mètres
ύφασμα με το μέτρο du tissu au mètre
2 όργανο μέτρησης μήκους mètre
μετράω με ένα μέτρο mesurer avec un mètre
3 κριτήριο mesure; critère
μέτρο σύγκρισης mesure de comparaison
4 αποφυγή υπερβολών modération
5 πρόβλεψη ασφαλείας mesure
παίρνω τα μέτρα μου prendre des mesures
με μέτρο
χωρίς υπερβολές avec modération


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.