| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.333.139 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μέτρο |
0,01 sec. |
|
μέτρο measure, metre, meter mesure, mètre medida, metro Meter متر metr meter metro metri metar metro メートル 미터 meter meter metr метр meter เมตร metre mét 米 ουσ ουδ μέτρο ['metro] 1 μονάδα μέτρησης μήκους mètre 3 κριτήριο mesure; critère μέτρο σύγκρισης mesure de comparaison 4 αποφυγή υπερβολών modération 5 πρόβλεψη ασφαλείας mesure παίρνω τα μέτρα μου prendre des mesures με μέτρο χωρίς υπερβολές avec modération Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|