| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.274.954 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μέτωπο |
0,02 sec. |
|
|
μέτωπο Stirn, Vorderseite forehead, front front, avant מצח fronte фронт, лоб, передняя часть جبهة, واجهة čelo, předek front, pande frente etupuoli, otsa čelo, prednja strana 前, 額 앞, 이마 voorhoofd, voorkant forside, panne czoło, front frente, testa framsida, panna ด้านหน้า, หน้าผาก alın, ön mặt tiền, trán 前面, 前额
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|