| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.414.541 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαία |
0,02 sec. |
|
μαία midwife قَابِلة porodní asistentka jordemoder Hebamme comadrona, partera kätilö sage-femme babica ostetrica 助産婦 산파 verloskundige jordmor położna parteira акушерка barnmorska นางพยาบาลผดุงครรภ์ ebe bà đỡ 助产士 ουσ θ μαία ['mea] που ξεγεννάει εγκύους sage-femme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|