| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.749.393 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαγγώνω |
0,01 sec. |
|
μαγγώνω μετβ ρ μαγγώνω, μαγκώνω [maŋ'gono] πιάνω και σφίγγω δυνατά pincer ρ αμετβ μαγγώνω για μηχανισμό που κολλάει bloquerêtre bloqué/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|