| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.037.329 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαγειρεύω |
0,02 sec. |
|
μαγειρεύω cook, brew يَطْهو uvařit lave mad kochen cocinar laittaa ruokaa cuisiner kuhati cucinare 料理する 요리하다 koken tilberede ugotować cozinhar готовить (еду) laga mat ทำอาหาร pişirmek nấu ăn 烹调 ρ μετβ μαγειρεύω [£££maʝi'revo] 1 ετοιμάζω το φαγητό préparer à mangercuisinerfaire la cuisine Τι θα μαγειρέψεις σήμερα; Qu'est-ce que tu prépares à manger aujourd'hui ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|