| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.404.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαγειρικός |
0,02 sec. |
|
μαγειρικός culinaire culinário culinary επίθ α / θ / ουδ μαγειρικός, μαγειρική, μαγειρικό [maʝiri'kos, majiri'ci, majiri'ko] ουσ θ μαγειρική η τεχνική ετοιμασίας φαγητών cuisine βιβλίο μαγειρικής un livre de cuisine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|