| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.292.008 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μαγευτικός |
0,01 sec. |
|
|
μαγευτικός enchanting, magical سِحري magický magisk zauberhaft mágico taianomainen magique začaran magico 魔術的な 마술적인 betoverend fantastisk magiczny mágico колдовской förtrollande ซึ่งมีเวทมนตร์ büyülü kỳ diệu 有魔力的
επίθ α / θ / ουδ μαγευτικός, μαγευτική, μαγευτικό [maʝefti'kos, maʝefti'ci, maʝefti'ko] σαγηνευτικός, συναρπαστικός ensorcelant/-anteféerique μαγευτική μουσική une musique ensorcelante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|