| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.544.893 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαγεύω |
0,02 sec. |
|
μαγεύω hexen, Zauberei treiben, zaubern bewitch, charm sorĉi embrujar, hechizar taikoa ensorceler varázsol heksen, tjsoenen, toveren forhekse enfeitiçar trolla ρ μετβ μαγεύω [ma'ʝevo] 1 κάνω μάγια ensorceler Τον μάγεψε, τον έκανε βάτραχο. Elle l'a ensorcelé, elle l'a transformé en grenouille. 2 σαγηνεύω, συναρπάζω ensorceler ρ μεσοπαθ μαγεύομαι [ma'ʝevome] σαγηνεύομαι être ensorcelé/-éeêtre envoûté/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|