| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.960.269 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαγνητικός |
0,02 sec. |
|
μαγνητικός magnetic magneta magnétique, aimanté مغناطيسي magnetický magnetisk magnetisch magnético magneettinen magnetski magnetico 磁石の 자석의 magnetisch magnetisk magnetyczny magnético магнитный magnetisk ซึ่งมีคุณสมบัติเป็นแม่เหล็ก mıknatıslı có từ tính 有磁性的 επίθ α / θ / ουδ μαγνητικός, μαγνητική, μαγνητικό [maɣniti'kos, maɣniti'ci, maɣniti'ko] σχετικός με το μαγνήτη ή το μαγνητισμό magnétique μαγνητικό πεδίο un champ magnétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|