| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.294.515 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μαζί |
0,03 sec. |
|
|
μαζί наедно zusammen together, with yhdessä ensemble együtt assieme, insieme 같이, 함께 simul razem вместе skupaj разом 一起, 在一起 سويا spolu sammen juntos zajedno 一緒に samen sammen juntos tillsammans ร่วมกัน birlikte cùng nhau 一起 יחד
επίρρ μαζί [ma'zi] 1 o ένας με τον άλλον, παρέα ensemble 2 ταυτόχρονα d'un seul coup Βγαίνει και με τους δυο μαζί. Elle sort avec tous les deux en même temps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|