| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.659.389 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαζεύω |
0,02 sec. |
|
μαζεύω collect, gather, pick up, furl, marsh, pick ramasser, rassembler ρ μετβ μαζεύω [ma'zevo] 1 συγκεντρώνω recueillirrassembler μαζεύω τα πράγματά μου rassembler ses affaires 5 σηκώνω retrousser μαζεύω τα μανίκια μου retrousser les manches 7 συγκεντρώνω recueillirrassembler μαζεύω κόσμο στο σπίτι rassembler du monde à la maison ρ αμετβ μαζεύω (για ρούχο) μπαίνω rétrécir ρ μεσοπαθ μαζεύομαι [ma'zevome] 1 συγκεντρώνομαι se rassembler Μαζεύτηκε κόσμος. Beaucoup de monde s'est rassemblé. 2 ζαρώνω chiffonnerfroisser Μαζεύτηκε από φόβο. Il s'est recroquevillé de peur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|