| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.454.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαζικός |
0,02 sec. |
|
μαζικός masiva massif mass, massive ضَخْم masivní massiv enorm masivo massiivinen masivan enorme どっしりした 크고 무거운 massief massiv masywny enorme массивный massiv ใหญ่โต ağır to lớn 大规模的 επίθ α / θ / ουδ μαζικός, μαζική, μαζικό [mazi'kos, mazi'ci, mazi'ko] σχετικός με πολύ κόσμο ταυτόχρονα massif/-ive μαζική μετακίνηση un déplacement massif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|