| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.300.919 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μαζικός |
0,01 sec. |
|
|
μαζικός masiva massif mass, massive ضَخْم masivní massiv enorm masivo, masa massiivinen masivan enorme どっしりした 크고 무거운 massief massiv masywny enorme, massa массивный massiv ใหญ่โต ağır to lớn 大规模的, 大众 маса 大眾
επίθ α / θ / ουδ μαζικός, μαζική, μαζικό [mazi'kos, mazi'ci, mazi'ko] σχετικός με πολύ κόσμο ταυτόχρονα massif/-ive μαζική μετακίνηση un déplacement massif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|