| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.091.876 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαθαίνω |
0,03 sec. |
|
μαθαίνω lernen learn aprender apprendre يَتعلم naučit (se) lære oppia učiti apprendere 学ぶ 배우다 leren lære nauczyć się aprender изучать lära (sig) เรียน öğrenmek học 学习 ρ μετβ μαθαίνω [ma'θeno] 5 εθίζομαι, συνηθίζω s'habituer ρ αμετβ μαθαίνω συνηθίζω σε κτ s'habituerapprendre μαθαίνω στις δυσκολίες s'habituer aux difficultés μαθαίνω να ζω με κπ apprendre à vivre avec qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|