Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.301.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μαθαίνω

0,01 sec.
μαθαίνω lernen learn aprender apprendre يَتعلم naučit (se) lære oppia učiti apprendere 学ぶ 배우다 leren lære nauczyć się aprender изучать lära (sig) เรียน öğrenmek học 学习 學習
ρ μετβ μαθαίνω [ma'θeno]
1 πληροφορούμαι apprendre
Έμαθα πως πέθανε. J'ai appris qu'il est décédé.
2 ανακαλύπτω savoir
Θα μάθω πού μένει. Je saurai il habite.
3 διδάσκω donner
Του έμαθε τζούντο. Il lui a appris le judo.
4 διδάσκομαι apprendre
Μαθαίνω ελληνικά. J'apprendrai le grec.
5 εθίζομαι, συνηθίζω s'habituer
Έμαθε το τσιγάρο. Il s'est habitué à la cigarette.
ρ αμετβ μαθαίνω συνηθίζω σε κτ s'habituerapprendre
μαθαίνω στις δυσκολίες s'habituer aux difficultés
μαθαίνω να ζω με κπ apprendre à vivre avec qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.