| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.080.388 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαθηματικός |
0,02 sec. |
|
μαθηματικός mathematical, mathematician mathématicien, mathématique (رياضي(متعلق بالرياضيات matematický matematisk mathematisch matemático matemaattinen matematički matematico 数学の 수학의 wiskundig matematisk matematyczny matemático математический matematisk เกี่ยวกับคณิตศาสตร์ matematiksel thuộc toán học 数学的 επίθ α / θ / ουδ μαθηματικός, μαθηματική, μαθηματικό [maθimati'kos, maθimati'ci, maθimati'ko] σχετικός με τα μαθηματικά mathématique μαθηματικός υπολογισμός un calcul mathématique ουσ ουδ πληθυντικός μαθηματικά [maθimati'ka] 1 η επιστήμη που εξετάζει αριθμητικές σχέσεις κ.λπ. mathématiques σπουδάζω μαθηματικά étudier les mathématiques ουσ α/θ μαθηματικός 1 ερευνητής στα μαθηματικά mathématicien; mathématicienne Είναι διάσημος μαθηματικός. C'est un célèbre mathématicien. 2 καθηγητής μαθηματικών professeur de math Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|