| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.302.129 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μαθηματικός |
0,01 sec. |
|
|
μαθηματικός mathematical, mathematician mathématicien, mathématique (رياضي(متعلق بالرياضيات matematický matematisk mathematisch matemático matemaattinen matematički matematico 数学の 수학의 wiskundig matematisk matematyczny matemático математический matematisk เกี่ยวกับคณิตศาสตร์ matematiksel thuộc toán học 数学的, 数学家 Математик 數學家 מתמטיקאי
επίθ α / θ / ουδ μαθηματικός, μαθηματική, μαθηματικό [maθimati'kos, maθimati'ci, maθimati'ko] σχετικός με τα μαθηματικά mathématique μαθηματικός υπολογισμός un calcul mathématique ουσ ουδ πληθυντικός μαθηματικά [maθimati'ka] 1 η επιστήμη που εξετάζει αριθμητικές σχέσεις κ.λπ. mathématiques σπουδάζω μαθηματικά étudier les mathématiques ουσ α/θ μαθηματικός 1 ερευνητής στα μαθηματικά mathématicien; mathématicienne Είναι διάσημος μαθηματικός. C'est un célèbre mathématicien. 2 καθηγητής μαθηματικών professeur de math Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|