Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.927.768 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μακρύς

0,01 sec.
μακρύς long long 長い طويل dlouhý lang lang largo pitkä dugačak lungo lang lang długi longo длинный lång ยาว uzun dài 长的
επίθ α / θ / ουδ μακρύς, μακριά, μακρύ [ma'kris, makri'a, ma'kri]
1 που έχει μεγάλο μήκος long, longue
μακρύ φουστάνι une longue robe
μακριά μαλλιά des longs cheveux
2 μεγάλης απόστασης long
μακρύς δρόμος une longue route
3 μεγάλης διάρκειας long
μακρύ διάστημα un long espace de temps
επίρρ μακριά [makri'a]
1 σε μεγάλη απόσταση loin (de)
Ζω μακριά από την πόλη. Vivre loin de la ville.
2 σε μεγάλη χρονική απόσταση loin
Το καλοκαίρι είναι μακριά. L'été est loin.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.