Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.448.640 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μαλλιαρός

0,04 sec.
μαλλιαρός chevelu, poilu hairy, woolly كثير الشعر chlupatý behåret behaart peludo karvainen dlakav peloso 毛深い 털이 많은 harig hårete owłosiony peludo волосатый hårig เต็มไปด้วยขน kıllı rậm lông 多毛的
επίθ α / θ / ουδ μαλλιαρός, μαλλιαρή, μαλλιαρό [maʎa'ros, maʎa'ri, maʎa'ro]
1 που έχει πυκνό τρίχωμα velu/-ue
μαλλιαρό αρκουδάκι un nounours poilu/velu
2 που έχει πολλές τρίχες poilu
μαλλιαρό χέρι une main poilue
3 που έχει πολλά και ανακατεμένα μαλλιά chevelu/-ue
μαλλιαρό αγόρι un garçon chevelu


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.