| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.310.797 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μανιώδης |
0,02 sec. |
|
μανιώδης frantic επίθ α/θ / ουδ μανιώδης, μανιώδες [mani'oðis, mani'oðes] παθιασμένος fou μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης un collectionneur passionné d'œuvres d'art |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|