| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.321.539 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μανιώδης |
0,03 sec. |
|
|
μανιώδης frantic
επίθ α/θ / ουδ μανιώδης, μανιώδες [mani'oðis, mani'oðes] παθιασμένος fou μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης un collectionneur passionné d'œuvres d'art Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|