| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.233.728 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαρινάρω |
0,02 sec. |
|
μαρινάρω marinate, marinade يُخلل marinovat marinere marinieren adobar marinoida mariner marinirati marinare マリネにする 매리네이드에 담그다 marineren marinere zamarynować marinar мариновать marinera หมัก terbiye sosuna yatırmak nhúng nước xốt 腌泡 ρ μετβ μαρινάρω [mari'naro] βάζω ωμό κρέας ή ψάρι σε σάλτσα για να πάρει γεύση mariner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|