| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.323.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μαριονέτα |
0,01 sec. |
|
|
μαριονέτα marionette, puppet دمية متحركة loutka marionetdukke Marionette marioneta sätkynukke marionnette lutka marionetta あやつり人形 꼭두각시 marionet dukke marionetka marionete марионетка docka หุ่นกระบอก kukla con rối 木偶, 傀儡 куклен 傀儡 בובות
ουσ θ μαριονέτα [marjo'neta] κούκλα για κουκλοθέατρο marionnette; guignol Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|