| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.552.747 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαρκάρω |
0,02 sec. |
|
μαρκάρω يُمْسِك ب vypořádat (se) tackle angehen tackle abordar tarttua toimeen s’attaquer à odlučno prionuti poslu affrontare 取り組む (문제에) 착수하다 tackelen takle szarżować cuidar de приниматься tackla เข้าแย่งลูก üstesinden gelmek xử lý 处理 ρ μετβ μαρκάρω [mar'karo] εμποδίζω αντίπαλο να επιτεθεί marquer (un joueur) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|