| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.685.229 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαυρισμένος |
0,02 sec. |
|
μαυρισμένος له جلد برونزي اللون opálený solbrændt braungebrannt tanned bronceado ruskettunut bronzé preplanuo abbronzato 日焼け色の 황갈색의 gebruind solbrun opalony bronzeado загорелый solbränd ที่มีผิวสีแทน güneşte yanmış rám nắng 晒成褐色的 επίθ μαυρισμένος, μαυρισμένη, μαυρισμένο [mavri'zmenos, mavri'zmeni, mavri'zmeno] που έχει μαυρίσει bronzé/-ée είμαι μαυρισμένος από τον ήλιο se bronzer au soleil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|